Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Εργατικό κόστος & ανταγωνιστικότητα

Όλοι οι οικονομολόγοι της κυβέρνησης, των δεκάδων άλλων εγχώριων και αλλοδαπών συμβούλων της, του ΔΝΤ και της ΕΚΤ, προσπαθούν να μας πείσουν ότι όλα τα μέτρα που παίρνονται τους τελευταίους 7-8 μήνες και ιδίως αυτά που έχουν να κάνουν με τους μισθούς και συντάξεις, είναι για το καλό μας αφού με αυτόν τον τρόπο θα μειωθεί το κόστος για το δημόσιο και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, θα γίνουμε ανταγωνιστικότεροι ώστε τα προϊόντα μας να μπορέσουν να βρούν την θέση τους στις αγορές του εξωτερικού και θα αρχίσει η ανάκαμψη της οικονομίας μας. Επίσης αν «απελευθερωθούν» και μία σειρά «κλειστών» επαγγελμάτων ώστε να δημιουργηθεί εσωτερικός ανταγωνισμός και ως εκ τούτου να πέσουν οι τιμές, τότε ακόμα καλύτερα αφού θα επιταχυνθούν τα παραπάνω! Αν μάλιστα όλα αυτά συνδυαστούν και με μία επενδυτική στροφή με έμφαση στις «πράσινες» επιχειρήσεις, τότε χαράς ευαγγέλια. Θα γίνουμε μία οικονομία πρότυπο όπως της Δανίας, σύμφωνα με το όραμα του πρωθυπουργού μας!!!
Θα πρέπει επιτέλους να μάθουν οι άκαπνοι πολιτικοί μας και λοιποί χαρτογιακάδες ότι το κόστος παραγωγής ενός προϊόντος δεν εξαρτάται μόνο από το εργατικό κόστος ώστε όλη η φαιά ουσία τους, αν υπάρχει τέτοια, να εξαντλείται σε αυτό. Είναι βέβαια ένας σημαντικός συντελεστής κόστους για πολλές δραστηριότητες αλλά προφανώς υπάρχουν κι άλλοι, ίσως σημαντικότεροι σε πολλές επιχειρήσεις και βιομηχανίες, όπως, το κόστος των πρώτων και βοηθητικών υλών, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και σε ορισμένους  βιομηχανικούς κλάδους το κόστος της θερμικής ενέργειας, το κόστος των μεταφορών, διανομής, των μηχανολογικών εξαρτημάτων και ανταλλακτικών, των χρηματοοικονομικών, ασφαλιστικών εισφορών, φορολογικών επιβαρύνσεων, κλπ.
Στον πίνακα που ακολουθεί, αποτυπώνονται οι κατώτερες μικτές αμοιβές των εργαζομένων για την πλειοψηφία των κρατών της ΕΕ. Όπου δεν υπάρχει αναφορά, π.χ. Σουηδία, Νορβηγία, σημαίνει ότι τα κράτη αυτά δεν έχουν θεσπίσει κατώτατες αμοιβές, οι οποίες είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμες μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών. Το ίδιο ισχύει για ορισμένα άλλα όπως, Φιλανδία, Δανία και Ιταλία, αλλά από διασταύρωση διαφόρων πηγών θεωρούμε ότι οι αναφερόμενες αντίστοιχα στον πίνακα αμοιβές και γι’ αυτά τα κράτη, αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα.
EU Minimum gross monthly wages
Χώρες Ποσό Ημερ. Δεδομένων
Νόμισμα EURO
Δανία
2.314,28 1/1/2010
Φιλανδία
1.757,14 1/1/2010
Λουξεμβούργο
1.682,76 1/1/2010
Ιρλανδία
1.499,33 1/1/2010
Γερμανία
1.466,76 1/1/2010
Βέλγιο
1.440,67 1/1/2010
Ολλανδία
1.398,00 1/1/2010
Γαλλία
1.343,77 1/1/2010
Μεγ. Βρετανία GBP 1,005.33 1.117,87 28/3/2010
Αυστρία
1.000,00 1/1/2010
Ιταλία
952,00 1/1/2010
Κύπρος
840,00 1/1/2010
Ελλάδα
740,00 1/1/2010
Ισπανία
738,50 1/1/2010
Μάλτα
634,75 1/1/2010
Σλοβενία
562,00 1/1/2010
Πορτογαλία
554,00 1/1/2010
Σλοβακία
307,70 1/1/2010
Ο παραπάνω πίνακας, βασίστηκε σε στοιχεία και πληροφορίες από το Federation of European Employees, European Trade Union Confederation, Wikipedia, κλπ.
Να σημειώσουμε ότι αν στην Ισπανία δεν είχε ξεσπάσει την τελευταία τριετία η «φούσκα» των real-estate που είναι από τις σημαντικότερες αιτίες για την άνοδο της ανεργίας στο 20% και συνεπακόλουθα την μείωση των αμοιβών, η χώρα μας θα είχε μαζί με τις Μάλτα, Πορτογαλία και τις νέες ανεξάρτητες δημοκρατίες της Σλοβενίας και Σλοβακίας, τις χαμηλότερες μικτές αμοιβές εργαζομένων στην Ευρωζώνη! Ενδεχομένως όμως να έχουμε ήδη τις χαμηλότερες εκτός της Σλοβακίας, όσον αφορά τις καθαρές αποδοχές αφού είναι γνωστό ότι ως χώρα έχουμε τις υψηλότερες κρατήσεις από τους εργαζόμενους και τις υψηλότερες εργοδοτικές εισφορές, προς χάριν του καταρρέοντος σήμερα ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος!
Με δεδομένο ότι πρόσφατα οι κατώτερες μικτές αμοιβές περιορίστηκαν περαιτέρω σε επίπεδα κάτω των 700 ευρώ και οι κρατήσεις των ελλήνων εργαζομένων είναι περίπου 20% πλέον της παρακράτησης φόρου, είναι γελοίο η κυβέρνηση, οι βουλευτές της και τα ΜΜΕ που την υποστηρίζουν, σε πλήρη αρμονία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, να προσπαθούν να μας πείσουν ή να θέλουν να αγνοούν, ότι : α) με αυτές τις  αμοιβές θα γίνουμε ανταγωνιστικότεροι σαν οικονομία, ενώ από την άλλη μεριά  χώρες με 2πλάσιες και 3πλάσιες αμοιβές εργαζομένων όχι μόνο δεν έχουν έλλειμμα ανταγωνιστικότητας αλλά είναι και πρότυπα και β) ότι ένας εργαζόμενος με 525-550 ευρώ καθαρή μηνιαία αμοιβή θα μπορεί να επιβιώσει, να φτιάξει οικογένεια και συγχρόνως να συμβάλλει στην αύξηση της κατανάλωσης διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών ώστε να ανακάμψει η οικονομία.
Ας πιάσουμε και ένα άλλο συντελεστή κόστους, όπως αυτό των οδικών μεταφορών που υποτίθεται ότι η απελευθέρωση της συγκεκριμένης αγοράς κατά την κυβέρνηση, την τρόικα και τους λοιπούς, θα δημιουργήσει ανταγωνισμό με την είσοδο σε αυτό νέων ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και ως εκ τούτου θα πέσουν οι τιμές προς όφελος του καταναλωτή, της ανταγωνιστικότητας των τελικών προϊόντων και της οικονομίας γενικότερα.
Στην Ελλάδα το κόστος μεταφοράς μιας νταλίκας πλήρους φορτίου 25 τόνων για απόσταση 500 χιλιομ., κόστιζε μέχρι πρόσφατα 500-550 ευρώ ή 1 – 1,1 ευρω/χιλιόμετρο. Απεναντίας στην απελευθερωμένη αγορά της Γερμανίας, Αυστρίας, Γαλλίας και Ιταλίας μία αντίστοιχη μεταφορά κοστίζει από 750 έως 900 ευρώ, ανάλογα με την χώρα, ή 1,3 – 1,8 ευρώ/χιλιόμετρο, δηλαδή 50-60% ακριβότερα!
Για μεταφορά φορτίου 25 τόνων, π.χ. από Αθήνα στην Βόρεια Ιταλία, με ελληνικές εταιρείες διεθνών μεταφορών, το κόστος είναι 800 ευρώ ή 32 ευρώ/τόνο. Απεναντίας η ίδια μεταφορά με ξένες πολυεθνικές εταιρείες μεταφορών κοστίζει περί τα 1.000 με 1.100 ευρώ ή 40-45 ευρώ/τόνο. Προφανώς αν δεν υπήρχαν οι ελληνικές μεταφορικές,  τά κόμιστρα που θα επέβαλαν οι ξένες μεταφορικές εταιρείες, θα ήταν τουλάχιστον 1.300 με 1.500 ευρώ ή 52-60 ευρώ/τόνο, δηλαδή ακριβότερα έως και 75%!!!
Ερωτήματα: 1) Αφού στην εσωτερική αγορά δεν λειτουργεί ο ανταγωνισμός λόγω του «κλειστού» επαγγέλματος, πως εξηγείται ότι το κόστος των οδικών μεταφορών στην Ελλάδα είναι από 30 έως και 60% φθηνότερο σε σχέση με τις προαναφερθείσες αγορές που λειτουργεί ο ελεύθερος ανταγωνισμός?
2) Αν ο ανταγωνισμός που θα προκύψει από τις ξένες πολυεθνικές μεταφορικές μετά την απελευθέρωση της αγοράς των μεταφορών, αφανίσει την πλειοψηφία των εγχώριων μεταφορικών εταιρειών και άλλες υποχρεωθούν σε εξαγορά, ποιος διασφαλίζει ότι τα κόμιστρα δεν θα προσαρμοστούν στα επίπεδα των άλλων απελευθερωμένων αγορών της Ευρώπης? Μήπως αυτό θα είναι το τίμημα που θα πληρώσουν όλες οι ελληνικές επιχειρήσεις και εν τέλει θα μετακυλιστεί στις τιμές καταναλωτή προκειμένου  να αποσβέσουν οι πολυεθνικές μεταφορικές το κόστος της εισόδου και των επενδύσεών τους στην αγορά, οφέλη τα οποία θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν για μία ζωή?
3) Εφόσον λοιπόν θα αυξηθούν μαθηματικά τα κόμιστρα κατά τα ανωτέρω ποσοστά, πως θα καταστούν ανταγωνιστικά τα ελληνικά προϊόντα στις ξένες αγορές?
Ας δούμε τώρα και έναν τρίτο σοβαρό συντελεστή κόστους, όπως αυτόν της ηλεκτρικής ενέργειας, που υποτίθεται ότι η απελευθέρωση της συγκεκριμένης αγοράς κατά την κυβέρνηση, την τρόικα και τους λοιπούς, θα δημιουργήσει ανταγωνισμό από την είσοδο νέων ενδιαφερομένων μεγάλων πολυεθνικών «παικτών» σε βάρος του «μονοπωλιακού» καθεστώτος της ΔΕΗ και ως εκ τούτου θα πέσουν οι τιμές προς όφελος του καταναλωτή, της ανταγωνιστικότητας των παραγόμενων προϊόντων και της οικονομίας γενικότερα.
Στον πίνακα που ακολουθεί αποτυπώνεται το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας ανά κιλοβατώρα για οικιακή και βιομηχανική κατανάλωση σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πηγή: Europe’s Energy Portal)

Όπως αποδεικνύεται, η τιμή του οικιακού ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα της «μονοπωλιακής» αγοράς ενέργειας, είναι 9 λεπτά του ευρώ περίπου ανά κιλοβατώρα ενώ στις «απελευθερωμένες» αγορές ενέργειας εκεί που λειτουργεί δήθεν ο ελεύθερος ανταγωνισμός, όπως στην Ολλανδία είναι 24 λεπτά, στην Ιταλία 22,4  στην Γερμανία 20,4  στο Λουξεμβούργο 18,2  στην Ιρλανδία 15,3  στο Βέλγιο 15,2  στην Αυστρία 14,7 λεπτά, κλπ.  Με λίγα λόγια η Ελλάδα έχει το χαμηλότερη τιμή οικιακού ηλεκτρικού ρεύματος σε όλη την Ευρωζώνη και σε ποσοστό που σε ορισμένες περιπτώσεις η διαφορά ξεπερνάει το 60%!!!
Ομοίως, η μέση τιμή του βιομηχανικού ρεύματος στην Ελλάδα της «κλειστής» αγοράς ενέργειας είναι 8 λεπτά περίπου ανά κιλοβατώρα  ενώ στις «απελευθερωμένες» αγορές όπως στην Ιταλία είναι 16,3 λεπτά, στην Ιρλανδία 14,3  στην Γερμανία 14, στην Ολλανδία 12, στο Βέλγιο 11,8  στο Λουξεμβούργο 11,5 στην Αυστρία 11,2 λεπτά, κλπ.  Δηλαδή και εδώ η Ελλάδα είναι μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης με τις χαμηλότερες χρεώσεις στο βιομηχανικό ρεύμα που σε ορισμένες περιπτώσεις όπως της Ιταλίας η διαφορά αγγίζει το 50%!
Να υπενθυμίσουμε ότι παρά τις εξαιρετικά ανταγωνιστικές τιμές της, η ΔΕΗ, παραμένει μία από τις πλέον κερδοφόρες επιχειρήσεις στον ενεργειακό κλάδο σε σχέση με τους πανευρωπαϊκούς κολοσσούς (RWE, E.ON, EDF, ENEL, κλπ.) με το υψηλότερο ποσοστό  καθαρού κέρδους προ φόρων 16,5% έναντι του μέσου 11,2% των παραπάνω ανταγωνιστών της.
Ερωτήματα: 1) Αφού στην ελληνική αγορά δεν λειτουργεί ο ανταγωνισμός λόγω του μονοπωλιακού χαρακτήρα της ΔΕΗ, πως εξηγείται ότι το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας είναι χαμηλότερο έως και 62% σε σχέση με τις προαναφερθείσες αγορές που λειτουργεί ο ελεύθερος ανταγωνισμός?
2) Αφού λοιπόν η Ελλάδα έχει από τις χαμηλότερες τιμές οικιακού και βιομηχανικού ρεύματος όχι μόνο στην Ευρωζώνη αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, ποίος ο λόγος της πώλησης του 40% των λιγνιτικοπαραγωγικών μονάδων της ΔΕΗ σε ξένους πολυεθνικούς κολοσσούς?
3) Γιατί παραβλέπεται το γεγονός ότι από τον περασμένο Ιούνιο το κόστος του βιομηχανικού ρεύματος αυξήθηκε κατά 12% περίπου εξαιτίας των τελών για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και του ειδικού φόρου κατανάλωσης, που επέβαλε ως εισπρακτικό μηχανισμό το κράτος μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ?
4) Ποιος ο λόγος που επιβάλλει εν μέσω βαθύτατης ύφεσης, ανεργίας και συρρίκνωσης των οικογενειακών πόρων και συντάξεων σε αύξηση των τιμών ρεύματος έως και 13,7% για τα νοικοκυριά και περαιτέρω κατά 8,7% των βιομηχανιών μέσης τάσης με ταυτόχρονη μείωση στα εμπορικά τιμολόγια, ορισμένα εκ των οποίων μειώνονται έως και 18,4%? Μήπως γιά να ενισχυθεί έμμεσα το κόστος λειτουργίας των εμπορικών και μεταπρατικών επιχειρήσεων, που στην ουσία εισάγουν και εμπορεύονται τα προϊόντα κάθε μορφής πολυεθνικών εταιρειών και τα οποία αποτελούν τα 2/3 των προϊόντων που διατίθενται στη αγορά, σε βάρος των ελλήνων πολιτών και της ντόπιας βιομηχανίας? Ή μήπως για να δημιουργηθούν περιθώρια κέρδους ώστε να εισβάλλουν στην εγχώρια αγορά ενέργειας οι γνωστές πολυεθνικές επιχειρήσεις με την μέθοδο της εμπορίας ηλεκτρικού ρεύματος, δραστηριότητα για την οποία απαιτούνται σχεδόν μηδενικές επενδύσεις σε πάγιες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό?
5) Αφού θα αυξηθούν μαθηματικά τα κόστη ηλεκτρικής ενέργειας κατά 40-50% ώστε σταδιακά να προσεγγίσουν τις τιμές που ισχύουν στις «απελευθερωμένες» αγορές, τότε πως θα καταστούν ανταγωνιστικά τα ελληνικά προϊόντα σε αυτές τις αγορές ή σε οποιαδήποτε άλλη του εξωτερικού?
Πολλά ανάλογα ερωτήματα τίθενται για το πώς και εάν η εγχώρια παραγωγή καταστεί ποτέ ανταγωνιστικότερη, όταν εκτός των παραπάνω :  α) αυξάνονται οι τιμές των πρώτων και βοηθητικών υλών, λόγω ανάκαμψης στην διεθνή αγορά σε αντίθεση με την ύφεση στην εγχώρια. Όταν οι τιμές τους επιβαρύνονται περαιτέρω από τους επαχθέστερους όρους πληρωμών και πιστώσεων προκειμένου οι προμηθευτές να διασφαλίσουν τον αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο, β) αυξάνονται οι τιμές αγοράς του βιομηχανικού εξοπλισμού και ανταλλακτικών για τους  ίδιους πιο πάνω λόγους, γ) αυξάνονται εντός του 2010 οι τιμές της καύσιμης ύλης των ενεργοβόρων βιομηχανιών κατά 35 με 40% σε σχέση με το 2009 επιβαρύνοντας ανάλογα το κόστος της θερμικής ενέργειας καθώς επίσης και του κόστους των μεταφορικών, δ) υπερδιπλασιάζεται το χρηματοοικονομικό κόστος των επιχειρήσεων από την μία χρονιά στην άλλη και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι επισφάλειες για τους γνωστούς λόγους ή δυσκολία άντλησης χρηματοδότησης μέσω του τραπεζικού συστήματος, ε) αυξάνονται οι συντελεστές ΦΠΑ και οι πάσης φύσεως φορολογικοί συντελεστές και φόροι, κλπ.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, αλλά και πολλούς ακόμα άλλους που θα μπορούσε να προσθέσει ο καθένας από εμάς, η επίκληση της μείωσης του εργατικού κόστους στον ιδιωτικό τομέα ως το βασικό επιχείρημα και μέσο για την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής και της οικονομίας γενικότερα, αν δεν είναι γελοία επιχειρηματολογία είναι τουλάχιστον εμπαιγμός της ελληνικής κοινωνίας και των επιχειρήσεων. Όπως είναι εμπαιγμός ακόμα και σήμερα η επίκληση ότι αν δεν είχαμε προσφύγει στο μηχανισμό βοήθειας και στο ΔΝΤ τον Μάη του 2010 δεν θα είχαμε να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις, όταν όλοι γνωρίζουν ότι πάνω από το 80% των δύο πρώτων δόσεων, συνολικού ύψους 29 δισεκ., πήγαν για να αποπληρώσουν υποχρεώσεις από ληξιπρόθεσμα ομολογιακά δάνεια.
DeltaLamda
28.12.2010

http://www.antinews.gr/?p=78081

Δεν υπάρχουν σχόλια: